Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Κοιτούσα τα λεωφορεία καθώς περνούσαν, λίγο πριν σταματήσουν στην καθιερωμένη στάση. Σε γύρευα ανάμεσα σε βιαστικούς ταξιδιώτες..
Άνοιγα καθημερινά το γραμματοκιβώτιο περιμένοντας να αντικρύσω λίγες λέξεις σου. Έψαχνα και των άλλων- μην τυχόν και είχε κάνει λάθος ο ταχυδρόμος.
Όταν γνώριζα πως ήσουν κοντά, έγδυνα με τα μάτια μου κάθε γωνιά του δρόμου, διαπερνούσα κάθε αδιάφορο περαστικό.
Δημιουργούσα τις πιο τέλειες ατελείς απαντήσεις σε υποτιθέμενα μηνύματά σου. Ήθελα να είμαι έτοιμη.
Χρειάστηκαν πολλές μέρες προσδοκίας και άλλες τόσες νύχτες απελπισίας για να συντρίψω κάθε ελπίδα να γυρίσεις..
Ξέρω, μ’ αγάπησες, με πόθησες, μ’ αρνήθηκες..
Μα μου χρωστούσες μια επιστροφή.
Σώματα άτσαλα μπερδεμένα.
Χείλη αταίριαστα που μάταια προσπαθούν
να δημιουργήσουν.
Η ηδονή ηχηρά απουσιάζει.
Φωνές γεμάτες ψέμα.
Σκόπιμοι αναστεναγμοί, προμελετημένες ανάσες.
Όλα συντελούν στην τέλεια απομίμηση.
Η μήπως όχι;
Εξόντωσε τους προδότες, τα δάκρυά σου,
σπάσε τους δειλούς καθρέφτες των ματιών σου
και αφέσου..
Δική σου η παράσταση,
Δική σου η αυλαία..
Τώρα θα είμαι εγώ εδώ…
Θα σε ξυπνάω με φιλιά και χάδια, θα σε ποτίζω με ενέργεια, θα σου χαρίζω τις πιο όμορφες καλημέρες.
Θα σε κάνω να γελάς αληθινά, θα σου προσφέρω την αγκαλιά μου για καταφύγιο. Θα δυο τραγουδώ τη μελωδία του έρωτα.
Τώρα θα είμαι εγώ εδώ…
Θα σε προφυλάσσω από τους νυχτερινούς εφιάλτες σου, θα σε νανουρίζω με γλυκόλογα, θα σ’ αγγίζω με προσοχή. Θα παραβλέπω τα λάθη σου, θα συγχωρώ τα εγκλήματά σου, θα αναλαμβάνω εγώ την ευθύνη. Θα σε απαλλάσσω απ’ τα πρέπει σου, θα σε σπρώχνω ελαφρά στα θέλω σου. Θα σου δωρίσω την ασφάλεια που αποζητά η ψυχή σου.
Τώρα θα είμαι εγώ εδώ…
Θα σε κρατώ απ’ το χέρι ενώ θα σου γνωρίζω τους πιο καθαρούς ουρανούς. Θα χαϊδεύω τα μαλλιά σου καθώς θα σου ζωγραφίζω τους πιο ζεστούς ήλιους. Θα σε μάθω να κολυμπάς σε παθιασμένες θάλασσες, ν’ ακούς τον ήχο της αγάπης, να σιγοτραγουδάς του ύμνο της ευτυχίας. Θα σε ταξιδέψω σε αγνούς, αμόλυντους κόσμους, θα σε ξαπλώσω σε παρθένα δάση, θα σε κοιτώ με δέος και θα φιλώ με σεβασμό τα υγρά σου μάτια.
Τώρα θα είμαι εγώ εδώ…

ΜΕΧΡΙ...

Θα περιμένω μέχρι να ανθίσει η γη του έρωτα, μέχρι η μυρωδιά σου να σκορπίσει
στα φύλλα των δέντρων.
Θα περιμένω μέχρι τα ξίφη των ματιών σου να λυγίσουν, μέχρι τα σύννεφα
να μαρτυρήσουν την αλήθεια τους, μέχρι οι αιχμάλωτοι του χθες να αποδράσουν.
Θα περιμένω μέχρι τα δάκρυα να κυλήσουν στην πληγή, μέχρι να τη γιατρέψουν.
Θα περιμένω μέχρι ν’ ακουστούν οι συγχορδίες της ψυχής, μέχρι να πετάξουν μακριά
τα μαύρα πουλιά.
Θα περιμένω μέχρι ν’ αποτυπωθεί ο αναστεναγμός μου στο λαιμό σου.
Μέχρι να παρηγορηθεί ο καημός μου.
Θα περιμένω μέχρι να ζωγραφίσεις τη σωτηρία, μέχρι να περιφράξεις τη ζωή
με την αγκαλιά σου.
Θα περιμένω μέχρι η ανάσταση να με φιλήσει, μέχρι ο θάνατος να με υποτιμήσει.
Θα περιμένω μέχρι την αυγή.. Ίσως τότε έρθεις.
Θα προσμένω τον ερχομό σου.
Θα φαντάζει σαν εκείνη τη μέρα που ορκίστηκες ν’ αφανίσεις τους εχθρούς
των ονείρων σου, τους αντιρρησίες των προσδοκιών σου.
Θα προσμένω τα φεγγάρια σου..
Να κολυμπήσουν δειλά πάνω στο στήθος μου, να παραπλανηθούν απ’ την ανάσα μου, να ξελογιαστούν από τα φιλιά μου.
Θα προσμένω το κούνημα από το μαντήλι σου.
Να νιώσω την ώρα της ανατολής, να δικαιώσω τα λάθη μου, να μαζέψω τ’ αστέρια μου.
Θα περιμένω να παραδοθείς.
Όπως εκείνο το δειλινό που έγειρες στον ώμο μου και άγγιξες τα σημαδεμένα μου γόνατα.
Όπως τότε που ψιθύρισες το μυστικό σου αρνούμενος την κρυψώνα σου.
Θα προσμένω τον ήχο των βημάτων σου..
Καθώς θα βαδίζεις ηττημένος πάνω στα άσπρα, φθαρμένα χαλιά των ενόχων σου.
Παρόμοια θα’ ναι η μέρα μ’ εκείνη που δίπλωνες στωικά τους φόβους σου
με έγνοια μην τσαλακωθούν, μην ξυπνήσουν τα πάθη.
Θα προσμένω τον ερχομό σου..
Κι ας σώπασαν οι καμπάνες της λογικής.
Νομίζω ότι όλα ξεκίνησαν όταν άφησα την πόρτα ανοιχτή.
Θυμάμαι τον αέρα να παγώνει τα δάχτυλα των ποδιών μου..
Τις φωνές των περαστικών να χαράζουν το λαιμό μου..
Από περιέργεια κοίταξα… και τότε την είδα!
Μια κρυστάλλινη χορεύτρια που λίκνιζε το εύθραυστο κορμί της στο ρυθμό που της δάνειζαν οι περιπλανώμενοι αναστεναγμοί.
Και τότε θέλησα να γίνω σαν κι αυτήν! Να χορεύω στη δίνη του πάθους, να κατακτώ τα βλέμματα, να χρεώνω τα χάδια, να είμαι η επιθυμία..
Στ’ ορκίζομαι, δεν την είδα τη θηλιά. Ίσως την πέρασα για κόσμημα..
Τώρα κείτομαι εδώ, με τα ξεφτισμένα κουρέλια μου, που δεν θυμίζουν τίποτα από τη λάμψη που με τύφλωσε και καταριέμαι εκείνη τη νύχτα… που δεν έκλεισα την πόρτα.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

ΜΕΧΡΙ....


ΜΕΧΡΙ…

(Γυναίκα καθισμένη σε παγκάκι μιλάει στον διπλανό της)


Και εσύ εδώ;

Άγρια η νύχτα κι απόψε…Όχι, δεν καπνίζω, ευχαριστώ..

(σα να μιμείται κάποιον) «Οι κακές συνήθειες κάνουν τους κακούς ανθρώπους».

Δεν το πιστεύω! Ο άνθρωπος ορίζει τις συνήθειες…

Έβαλε ψύχρα ε; Άγρια η νύχτα κι απόψε.. Φεύγεις; Εγώ θα μείνω…



(Κάποιος άλλος κάθεται δίπλα της)

Χθες ήταν νομίζω που έκλεισαν το δρόμο. Καθόμουν εδώ και όλοι οι άλλοι απέναντι.

Κόρνες αυτοκινήτων ούρλιαζαν, φωνές εξαγριωμένων οδηγών ακούγονταν…

Κι εγώ…απέναντι…Το διαχωριστικό με ειρωνευόταν «Εσύ από ποια μεριά;;;»…..

Κι εσύ με αυτοκίνητο ε; Όχι, καταλαβαίνω.. Για ευκολότερη μετακίνηση… σώματος….



(Ο διπλανός αλλάζει πάλι)

Όχι δεν ήταν εκεί! Έψαξα παντού, δεν ήταν πουθενά! Άνοιξα παλιά τετράδια,

σφραγισμένα συρτάρια, ξεχασμένες αναμνήσεις…πουθενά!

Στις μυρωδιές έβρισκα πάντα κάτι-ανέκαθεν ήμουν έρμαιο των αισθήσεων- αλλά τώρα τίποτα….Ξεσήκωσα φωτογραφίες, μέτρησα μέρες, τίποτα….

Ναι, κοίταξα και στον καθρέφτη…Πάλι τίποτα…Άφαντη…

Θα βάλω αγγελία: «Παρακαλείται όποιος βρει την αθωότητά μου να μου την παραδώσει. Δίνεται αμοιβή.»



(Μόνη της πλέον στο παγκάκι)

Έχεις πάρει ποτέ τον εαυτό σου αγκαλιά;

Έχεις ψιθυρίσει ποτέ στ’ αυτί σου λόγια συμπόνιας;

Έχεις φτάσει ποτέ στα όρια της απελπισίας;;; Εκεί που κανένα ξημέρωμα δε χαράζει…

Έχεις βουλιάξει ποτέ μέσα στον πόνο;;; Εκεί που καμιά ψυχή δεν επιπλέει, κανένα σώμα δεν αναπνέει…

Αν όχι….δεν ξέρεις τί θα πει μοναξιά. Μοναξιά γεμάτη ανθρώπους και φωνές, την ξέρεις; Χείριστο είδος..

Γι’ αυτό φυλάξου! Πάρε για σύντροφο την άγνοια και άσε τις εξερευνήσεις!

Τα επικίνδυνα είναι για τους ανόητους, γι’ αυτούς που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, για μένα…

Εσύ φυλάξου! Περπάτα σταθερά και ..προσοχή! Μην ξυπνήσεις το φονιά μέσα σου!

Είναι αδίστακτος….

Κράτα απ’ το χέρι τον εαυτό σου και κάνε βήματα μικρά, στεγνά, μακριά από το ποτάμι της αλήθειας.. Και άσε με μένα…..εγώ…βράχηκα…

ΜΕΧΡΙ....

Πώς να γλιτώσω από το κύμα
Της δειλίας;
Από τον καλπασμό
Της αέναης αστοχίας;
Πώς να απαλλαγώ
Απ’ το πέταγμα
Του πόνου;
Πώς να σωθώ
Απ’ το βρυχηθμό του συμβιβασμού;
Από την απειλή του άδειου;
Ακόμα δεν έμαθα να ζω…

ΜΕΧΡΙ....

Το βιώνω κι ας μην ξέρω πώς λέγεται
ούτε πώς γράφεται.
Είναι εδώ, μεθάει τα όρια μου,
ξεγελάει το χρόνο,
ημερεύει τη σιωπή.
Είναι εδώ, αγκαλιάζει τις αντοχές μου,
χορεύει με την ανάσα μου,
εξαντλεί τα δάκρυά μου..
Είναι εδώ, απέναντι απ’ τη λογική
Δίπλα στην ψευδαίσθηση
Αποπλανεί τις αισθήσεις μου.

ΜΕΧΡΙ....

Να ξυπνάω τον ήλιο
Να χαϊδεύω το σκοτάδι
Να μιμούμαι τη χροιά του έρωτα
Να γοητεύω την άρνηση
Να αναπνέω κρυφά….ζητούσες..
Να κυνηγάω το λίγο
να τρομάζω το πολύ
Να προσδοκώ το τίποτα
Να στραγγαλίζω τη φωνή μου
Να γιορτάζω πένθιμα…ζητούσες..

Μα δε μου έδειξες ποτέ
τον τρόπο της απατηλής παραίτησης.

ΜΕΧΡΙ....

Σε βρήκα κάτω απ’ το κρεβάτι
Κρυβόσουν είπες, από τα χειροποίητα φαντάσματα.
Θέλησα να σου κάνω παρέα
μα δεν παίρνει συνεπιβάτη το τραίνο της ενοχής,
είπες…

ΜΕΧΡΙ....

Λέξεις, λέξεις, λέξεις
Σα μύγες πετούν πάνω απ’ το κεφάλι μου
Επιτίθενται στη σκέψη μου
Παραγκωνίζουν τους κανόνες.
Αυτοβούλως αναπαράγονται
και δημιουργούνται.
Με χτυπούν κι απαιτούν
τη συνεργασία μου.
Υπακούω κι εξαφανίζονται.

ΜΕΧΡΙ....

Χόρεψε βροχή πάνω στη μολυσμένη ματιά μου.
Λευτέρωσέ με από το έγκλημα της ύπαρξης.
Παίξε βροχή με την αλήθεια μου
Κάνε με μικρή, πολύ μικρή,
να μη με βλέπουν
να μη μ’ αγγίζουν
να μη μ’ ακούν
Έλα βροχή, λεηλάτησε την ψυχή μου,
Στο επιτρέπω, στο ζητώ.