Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017

Εγώ

Εγώ ξέρω πως στέριωσες ολα σου τα χρόνια στην προσμονή.
Πώς κύκλωσες όλες σου τις μέρες μέ αγωνία.
Πώς μοίρασες κάθε σου λεπτό με τάξη στην εντέλεια.
Εγώ ξέρω πως ο χρόνος σου υποθηκεύτηκε για δυο ψίθυρους επιβράβευσης.
Εγώ είδα πως προπονήθηκες στην απαξίωση.
Πώς πάλεψες με την αδιαφορία.
Πως επέζησες στο χάος.
Εγώ είδα πως οι μάχες σου δόθηκαν για δύο βλέμματα περηφάνιας.
Εγώ ένιωσα τις φλέβες σου να σπάνε από την υπερπροσπάθεια.
Το σώμα σου να αδειάζει για να χωρέσει λίγο μυαλό ακόμα, να εκλογικεύσεις, να σωθείς.
Τις κόρες των ματιών σου να μεταμορφώνονται σε όποιον αντικρύζουν.
Εγώ ένιωσα πως θάφτηκες για δύο αγκαλιές αγάπης, για δύο σινιάλα αποδοχής.
Οι άλλοι; Το μάθανε;

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Μέρες


Μετρούσε τις μέρες και έβγαιναν λίγες. Μικρές.
Τι να πρωτοχωρούσε μέσα τους;
Τα στρίμωχνε, τα δίπλωνε μα δεν τα κατάφερνε.
Δυο τρανταχτά γέλια, κάμποσες φανταχτερές λέξεις,
κανα δυο ζευγάρια μάτια και πολλά πολλά σχέδια.
Αυτά του έπιαναν τον περισσότερο χώρο.
Μετρούσε τις μέρες και έβγαιναν πολλές.
Ατέλειωτες. Τι να τις έκανε τόσες που ήταν;
Τα μοίραζε όλα, τα χώριζε , μα πάλι κενό.
Βαθύ κενό. Απάνθρωπο.
Λίγες στιγμές πάθους, δυο τρεις γεύσεις, μερικά βλέμματα
και ένα σχέδιο. Μεγαλόπνοο. Ανέφικτο.
Μετρούσε τις μέρες και έβγαιναν ασήκωτες.
Αδίστακτες και γκρι.
Γκρι σαπισμένο.
Μέρες μετρημένες με πέτρες. Με βροχές και ερημιές.
Μέρες ντυμένες με ανυπαρξία.

Οι μέρες του.